ἔμπαλι

ἔμπᾰλῐ, poet. for sq., Orph.H.73.5, AP7.421.5 (Mel.), 12.5 (Strat.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμπαλι — ἔμπαλιν backwards poetic indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄμπαλι — ἔμπαλι , ἔμπαλιν backwards poetic indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμπαλιν — ἔμπαλιν (AM) (Α και ἔμπαλι) 1. αντίθετα, τουναντίον 2. εναντίον κάποιου, αντίθετα σε κάτι («ἔμπαλιν γνώμας», Πίνδ.) αρχ. 1. (συχνά με άρθρ., τὸ ἔμπαλιν και τοὔμπαλιν) προς τα πίσω («πρόσωπον ἔμπαλιν στρέφοντα», Ευρ.) 2. αντίστροφα 3. πάλι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.